υπνοβάτης

υπνοβάτης
ο
θηλ. -ισσα αυτός που παθαίνει υπνοβασία (βλ. λ.), ο νυχτοβάτης.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • υπνοβάτης — ο, θηλ. υπνοβάτιδα και υπνοβάτισσα, η, Ν αυτή που υπνοβατεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπνος + βάτης (< βαίνω), πρβλ. ορει βάτης. Η λ., μαρτυρείται από το 1840 στο Λεξικόν Νομοτεχνικόν Ιταλοελληνικόν] …   Dictionary of Greek

  • Margarita Karapanou — Born 1946 Athens, Greece Occupation novelist Nationality Greek Period 1976– Margarita Karapanou (Greek: Μαργαρίτα Καραπάνου) ( …   Wikipedia

  • Margarita Karapanou — Margarita Karapánou Margarita Karapanou (en grec moderne : Μαργαρίτα Καραπάνου) (Athènes 1946 3 décembre 2008) est une romancière grecque. Fille de la romancière Margarita Limberaki, elle grandit entre Athènes et Paris. Elle étudia la… …   Wikipédia en Français

  • Margarita Karapánou — Margarita Karapanou (en grec moderne : Μαργαρίτα Καραπάνου) (Athènes 1946 3 décembre 2008) est une romancière grecque. Fille de la romancière Margarita Limberaki, elle grandit entre Athènes et Paris. Elle étudia la philosophie et le cinéma à …   Wikipédia en Français

  • Margaríta Karapánou — Margarita Karapanou (en grec moderne : Μαργαρίτα Καραπάνου) (Athènes 1946 3 décembre 2008) est une romancière grecque. Fille de la romancière Margarita Limberaki, elle grandit entre Athènes et Paris. Elle étudia la philosophie et le cinéma à …   Wikipédia en Français

  • -βάτης — β συνθετικό ουσιαστικών της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής που προέρχεται από το ρ. βαίνω και εμφανίζει σημαντική παραγωγική δύναμη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Αντιστρόφου Λεξικού της Νέας Ελληνικής του Γ. Κουρμούλη (σ. 753), έναντι 85… …   Dictionary of Greek

  • δαιμονοπαρμένος — η, ο 1. όποιος βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση, ο δαιμονισμένος 2. ο υπνοβάτης …   Dictionary of Greek

  • κρημνοβάτης — ο (AM κρημνοβάτης, Α δωρ. τ. κρημνοβάτας) αυτός που αναρριχάται ή που ζει σε γκρεμούς μσν. αρχ. αυτός που λέει μεγάλα λόγια, στομφώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρημνός + βάτης (< βαίνω), πρβλ. σχοινο βάτης, υπνοβάτης] …   Dictionary of Greek

  • νυκτοβάτης — ο, θηλ. ις και ισσα (Α νυκτοβάτης και νυκτιβάτης και δωρ. τ. νυκτιβάτας) αυτός που σηκώνεται και περπατά τη νύχτα, ενώ είναι κοιμισμένος, ο υπνοβάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < νύξ, νυκτός + βάτης (< βαίνω), πρβλ. υπνο βάτης. Ο τ. νυκτιβάτης < νυκτι… …   Dictionary of Greek

  • νυκτοβατώ — έω [νυκτοβάτης] σηκώνομαι και περπατώ τη νύχτα, ενώ συγχρόνως κοιμάμαι, είμαι υπνοβάτης, υπνοβατώ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”